Όλες οι ανακοινώσεις

19 Οκτωβρίου 2026· Γιώργος Ζερβάκης, Γεωπόνος

Πόσο κοστίζει πραγματικά η παραγωγή της τροφής μας;

Πόσο κοστίζει πραγματικά η παραγωγή της τροφής μας;

Όλοι κοιτάζουμε την τιμή στο ράφι. Πόσοι, όμως, αναρωτιόμαστε τι χρειάστηκε για να φτάσει ένα προϊόν μέχρι εκεί;

Κάθε φορά που αγοράζουμε τρόφιμα, η συζήτηση καταλήγει σχεδόν πάντα στο ίδιο ερώτημα: «Γιατί έχουν ακριβύνει όλα;». Και είναι απολύτως λογικό. Το κόστος ζωής πιέζει τα νοικοκυριά και κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει την ανάγκη για προσιτά, ποιοτικά τρόφιμα.

Υπάρχει, όμως, μια άλλη πλευρά της ίδιας συζήτησης που συχνά μένει στο περιθώριο: πόσο κοστίζει πραγματικά να παραχθεί η τροφή που καταναλώνουμε;

Πίσω από ένα κιλό ελαιόλαδο, ένα κιλό ντομάτες, ένα κομμάτι κρέας ή ένα ποτήρι γάλα υπάρχει μια ολόκληρη αλυσίδα εργασίας, κόστους και ευθύνης. Υπάρχουν ο παραγωγός, η γη, το νερό, η ενέργεια, τα καύσιμα, τα λιπάσματα, οι ζωοτροφές, η συντήρηση του εξοπλισμού, οι μεταφορές και, πάνω απ’ όλα, ο χρόνος και ο κόπος των ανθρώπων που παράγουν.

Και όλα αυτά πριν το προϊόν φτάσει στο ράφι.

Ο παραγωγός δεν μπορεί να απορροφά κάθε αύξηση

Για χρόνια έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε δεδομένο ότι ο αγρότης θα συνεχίσει να καλλιεργεί, ο κτηνοτρόφος θα συνεχίσει να εκτρέφει τα ζώα του και η ελληνική ύπαιθρος θα συνεχίσει να παράγει. Σαν να είναι κάτι αυτονόητο. Σαν να μην επηρεάζεται από το κόστος, τις καιρικές συνθήκες, την έλλειψη εργατικών χεριών, την αβεβαιότητα και τις διακυμάνσεις της αγοράς.

Όμως, η παραγωγή δεν λειτουργεί με ευχές.

Όταν αυξάνεται το κόστος των εφοδίων, της ενέργειας ή των ζωοτροφών, κάποιος πρέπει να το πληρώσει. Αν η τιμή που λαμβάνει ο παραγωγός δεν καλύπτει το πραγματικό κόστος και δεν αφήνει ένα βιώσιμο εισόδημα, τότε η συνέπεια είναι αναπόφευκτη: η παραγωγή περιορίζεται, οι επενδύσεις αναβάλλονται και όλο και περισσότεροι άνθρωποι αναρωτιούνται αν αξίζει να συνεχίσουν.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος. Δεν μπορούμε να απαιτούμε φθηνά τρόφιμα, υψηλή ποιότητα, ασφάλεια και ελληνική παραγωγή, χωρίς να συζητάμε σοβαρά τις προϋποθέσεις που τα εξασφαλίζουν.

Δεν γίνεται να θέλουμε φθηνή τροφή, αν ταυτόχρονα οδηγούμε εκείνους που την παράγουν σε οικονομικό αδιέξοδο.

Η φθηνότερη τιμή δεν είναι πάντα η πραγματική οικονομία

Ας αναρωτηθούμε κάτι απλό: τι σημαίνει τελικά να αγοράζουμε ένα προϊόν όσο το δυνατόν φθηνότερα;

Για τον καταναλωτή, η χαμηλή τιμή είναι σημαντική — και δικαιολογημένα. Για τον παραγωγό, όμως, η τιμή πρέπει να επιτρέπει να καλύψει τα έξοδά του, να αμείψει την εργασία του και να συνεχίσει να παράγει την επόμενη χρονιά.

Αν αυτό δεν συμβαίνει, η χαμηλή τιμή μπορεί να αποδειχθεί προσωρινό όφελος. Γιατί όταν μια καλλιέργεια εγκαταλείπεται, όταν μια κτηνοτροφική μονάδα κλείνει ή όταν ένα χωριό χάνει τους ανθρώπους που ζουν από τη γη του, το κόστος δεν σταματά εκεί. Το πληρώνει σταδιακά ολόκληρη η τοπική κοινωνία.

Το πληρώνουν οι επιχειρήσεις που στηρίζονται στην αγροτική οικονομία, οι εργαζόμενοι, οι οικογένειες της υπαίθρου και, τελικά, οι καταναλωτές, όταν η εγχώρια παραγωγή αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες της αγοράς.

Η διατροφική επάρκεια και η δυνατότητα ενός τόπου να παράγει σημαντικό μέρος των τροφίμων του δεν είναι λεπτομέρειες. Είναι ζητήματα οικονομικής ανθεκτικότητας και στρατηγικής σημασίας.

Στην Κρήτη γνωρίζουμε καλά τι σημαίνει παραγωγή

Στον τόπο μας, η γεωργία και η κτηνοτροφία δεν είναι απλώς δύο οικονομικές δραστηριότητες. Είναι κομμάτι της ταυτότητας, της κοινωνικής ζωής και της οικονομίας της Κρήτης.

Πίσω από κάθε παραγωγική μονάδα υπάρχουν οικογένειες, θέσεις εργασίας, τοπικές επιχειρήσεις και άνθρωποι που προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανή την ύπαιθρο. Η παραγωγή συνδέεται με το εμπόριο, τις μεταφορές, τα συνεργεία, τα καταστήματα αγροτικών εφοδίων και μια σειρά επαγγελμάτων που συχνά δεν φαίνονται στον τελικό καταναλωτή.

Γι’ αυτό και η συζήτηση για το κόστος παραγωγής δεν αφορά μόνο τον αγρότη. Αφορά το πώς θέλουμε να λειτουργεί η τοπική μας οικονομία και τι μέλλον θέλουμε για τα χωριά μας.

Χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε το νερό ως πολύτιμο παραγωγικό πόρο, να αξιοποιήσουμε τη γνώση και την τεχνολογία, να περιορίσουμε τις σπατάλες, να ενισχύσουμε την εκπαίδευση και να δημιουργήσουμε συνθήκες που επιτρέπουν στις παραγωγικές επιχειρήσεις να σχεδιάζουν με μεγαλύτερη ασφάλεια το αύριο.

Χρειάζεται, επίσης, μεγαλύτερη διαφάνεια σε ολόκληρη την αλυσίδα από το χωράφι έως το ράφι, ώστε να μπορούμε να κατανοούμε καλύτερα πώς διαμορφώνεται η τελική τιμή και ποιος αναλαμβάνει το κόστος και το ρίσκο σε κάθε στάδιο.

Δεν αρκεί να ζητάμε από τον παραγωγό να γίνει πιο ανταγωνιστικός. Πρέπει να δημιουργούμε και τις συνθήκες για να μπορεί να το πετύχει.

Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο πληρώνουμε. Είναι τι θέλουμε να διασφαλίσουμε.

Δεν υποστηρίζω ότι κάθε αύξηση τιμής είναι δικαιολογημένη ούτε ότι ο καταναλωτής πρέπει να αποδέχεται αδιαμαρτύρητα ό,τι του ζητείται. Αντίθετα, ο καταναλωτής δικαιούται δίκαιες τιμές, ποιότητα και διαφάνεια.

Αλλά δικαιούται και να γνωρίζει τι βρίσκεται πίσω από το προϊόν που αγοράζει.

Η λύση δεν βρίσκεται στην αντιπαράθεση ανάμεσα στον καταναλωτή και τον παραγωγό, σαν να είναι ο ένας αντίπαλος του άλλου. Βρίσκεται σε μια πιο δίκαιη και λειτουργική αλυσίδα παραγωγής και διάθεσης, στην οποία ο καταναλωτής μπορεί να αγοράζει σε λογική τιμή και ο παραγωγός να συνεχίζει να παράγει με αξιοπρέπεια και προοπτική.

Γιατί η τροφή δεν εμφανίζεται στα ράφια από μόνη της. Κάποιος καλλιεργεί τη γη, κάποιος φροντίζει τα ζώα, κάποιος αναλαμβάνει το ρίσκο της παραγωγής και κάποιος πρέπει να είναι σε θέση να συνεχίσει αυτή τη δουλειά και αύριο.

Αν θέλουμε να έχουμε ποιοτικά τρόφιμα σε προσιτές τιμές, πρέπει να διασφαλίσουμε ότι θα υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν και θέλουν να τα παράγουν.

Γιατί το πραγματικό κόστος της τροφής δεν μετριέται μόνο στο ταμείο του σούπερ μάρκετ. Μετριέται και στο αν θα υπάρχει παραγωγή την επόμενη χρονιά, αν θα παραμείνουν ζωντανά τα χωριά μας και αν οι επόμενες γενιές θα έχουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν να καλλιεργούν τη γη τους.

Και αυτό είναι ένα κόστος που δεν έχουμε την πολυτέλεια να αγνοούμε.

---

Η τροφή δεν είναι απλώς ένα προϊόν στο ράφι. Είναι το αποτέλεσμα της δουλειάς, της γνώσης, του κόπου και του ρίσκου χιλιάδων ανθρώπων.

Αν θέλουμε να συνεχίσουμε να έχουμε ποιοτικά ελληνικά προϊόντα και ζωντανή παραγωγή στον τόπο μας, πρέπει να αρχίσουμε να βλέπουμε την πραγματική αξία τους. Γιατί η παραγωγή δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη, ούτε οι άνθρωποι που την κρατούν ζωντανή να αγωνίζονται διαρκώς για να επιβιώσουν.

Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο πόσο πληρώνουμε για την τροφή μας σήμερα. Είναι αν θα έχουμε τη δυνατότητα να την παράγουμε και αύριο.

Γιώργος Ζερβάκης Γεωπόνος